επιδίφριος

ἐπιδίφριος, -ον (AM)
αυτός που κάθεται σε σκαμνί την ώρα τής δουλειάς του, τεχνίτης, εργάτης
μσν.
χυδαίος, αγενής
αρχ.
1. αυτός που βρίσκεται πάνω στον δίφρο («ἐπιδίφρια δῶρα»)
2. φρ. «τέχνη ἐπιδίφριος» — χειρωνακτικό, καθιστικό επάγγελμα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + δίφριος (< δίφρος «κάθισμα»)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐπιδίφριος — on the car masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιδίφριον — ἐπιδίφριος on the car masc/fem acc sg ἐπιδίφριος on the car neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιδιφρίοις — ἐπιδίφριος on the car masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιδιφρίους — ἐπιδίφριος on the car masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιδιφρίων — ἐπιδίφριος on the car masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιδίφρια — ἐπιδίφριος on the car neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιδίφριοι — ἐπιδίφριος on the car masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επιδιφριάς — ἐπιδιφριάς, ἡ (Α) [επιδίφριος] ο γύρος τού δίφρου, η άντυξ …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.